διάβρωσις

διά-βρωσις, εως, ,
A eating through,

τινός Plu.2.967f

(pl.); chewing, Dsc.5.74.
II Medic., erosion of the coats of a vessel, Aret.SA2.2, SD2.9(pl.), J.BJ7.11.4, Gal.8.262; of the tissues generally, ib.81; also

βλεφάρων Dsc.1.105

(pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάβρωσις — eating through fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρώσει — διάβρωσις eating through fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαβρώσεϊ , διάβρωσις eating through fem dat sg (epic) διάβρωσις eating through fem dat sg (attic ionic) διαβιβρώσκω eat up aor subj act 3rd sg (epic) διαβιβρώσκω eat up fut ind mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρώσεις — διάβρωσις eating through fem nom/voc pl (attic epic) διάβρωσις eating through fem nom/acc pl (attic) διαβιβρώσκω eat up aor subj act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρώσεσι — διάβρωσις eating through fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρώσιας — διάβρωσις eating through fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρώσιες — διάβρωσις eating through fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρώσιος — διάβρωσις eating through fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάβρωσιν — διάβρωσις eating through fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάβρωση — Όρος που χρησιμοποιείται στη γεωλογία και, υπό ευρεία έννοια, αναφέρεται στο σύνολο των διεργασιών που προκαλούν διάφοροι φυσικοί παράγοντες, με αποτέλεσμα την αργή αλλά συνεχή αποσύνδεση και αποκομιδή, λιγότερο ή περισσότερο έντονη κατά τόπους,… …   Dictionary of Greek

  • διαβρώσεως — διαβρώσεω̆ς , διάβρωσις eating through fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • diabrosis — ‖ diaˈbrosis Med. Obs. [a. Gr. διάβρωσις, f. διά through + βρῶσις eating, f. βιβρώσκειν to eat.] Corrosion, ulceration. in Phillips (ed. Kersey). in Syd. Soc. Lex …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.